"Απ΄ τα άγρια θηρία το χειρότερο δάγκωμα το κάνει ο συκοφάντης "
Διογένης από τη Σινώπη 400 - 325 π.χ
Μέγεθος γραμμάτων
+ + + + +

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Φόρος τιμής σε έναν μεγάλο πρόδρομο

Print this post
Το σπουδαίο βιβλίο του Τζορτζ Όργουελ «Φόρος τιμής στην Καταλωνία» αρχίζει με την περιγραφή μιας σκηνής που διαδραματίζεται στους στρατώνες «Λένιν» στη Βαρκελώνη.
Βρισκόμαστε στο 1936. Ο Όργουελ είναι 33 ετών. Είχε γεννηθεί στις 25 Ιουνίου του 1903 στο Μοτιχάρι, στη Βεγγάλη. Είχε σπουδάσει στο αριστοκρατικό κολέγιο του Ιτον και είχε υπηρετήσει για έξι χρόνια (από το 1922 ώς το 1927) ως αξιωματικός στην ινδική αυτοκρατορική αστυνομία.
   

Αλλά τα εγκατέλειψε όλα για να γίνει συγγραφέας. «Είχα έρθει στην Ισπανία -γράφει- με σκοπό να γράψω άρθρα για τις εφημερίδες, αλλά κατατάχθηκα στην Πολιτοφυλακή σχεδόν αμέσως, γιατί εκείνη την εποχή και σε εκείνη την ατμόσφαιρα αυτό φαινόταν σαν το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς». Το μεγαλείο του έργου τού Όργουελ -αλλά και της ζωής του- συνοψίζεται σε αυτήν τη φράση, που υποδηλώνει μιαν ηθική επιταγή, την οποία δεν είναι αναγκαίο να εξηγήσει κανείς με πολλά λόγια.

Θα μπορούσαμε ίσως να διαιρέσουμε τους ανθρώπους -και ιδιαίτερα τους ανθρώπους των γραμμάτων- σε δύο μεγάλες κατηγορίες. (Θα ήταν βέβαια μια απλοϊκή και χονδροειδής διαίρεση, αλλά δεν στερείται αξίας.) Από τη μια μεριά, εκείνοι για τους οποίους είναι αδιανόητο να κλείνουν τα μάτια τους μπροστά σε ένα έγκλημα, να στρέφουν αλλού το βλέμμα τους όταν δολοφονείται ένας άνθρωπος ή σφαγιάζεται ένας λαός, όταν βιάζονται η δικαιοσύνη και η ελευθερία. Και από την άλλη μεριά, οι άλλοι, που σωπαίνουν ή αδιαφορούν, που αποστρέφουν το βλέμμα από το έγκλημα, προκειμένου να συνεχίσουν απερίσπαστοι το συγγραφικό τους έργο. 'Η, ακόμη χειρότερα, εκείνοι που εγκωμιάζουν το σφαγέα κι επινοούν δικαιολογίες κι ελαφρυντικά για τη φρίκη. Γι' άλλους είναι αδιανόητο να πάρουν θέση. Ο Όργουελ δεν διστάζει. Αυτή είναι όλη η διαφορά. Και είναι θεμελιώδης.

Σε μιαν άλλη αυτοβιογραφική αναφορά, που περιέχεται στο βιβλίο του «Στις φάμπρικες του Γουίγκαν Πάιαρ», ο Όργουελ αναφέρεται στην καθοριστική σημασία που είχε η εμπειρία του στη Βιρμανία, όταν υπηρετούσε στη Βασιλική αστυνομία των Ινδιών: «Για πέντε χρόνια αποτελούσα μέρος ενός καταπιεστικού συστήματος κι αυτό μου είχε αφήσει ένα βάρος στη συνείδηση... Είχα συνείδηση της βαρύτητας των αμαρτημάτων που έπρεπε να πληρώσω. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να ξεφύγω όχι απλώς από τον ιμπεριαλισμό, αλλά και από κάθε μορφή κυριαρχίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Ήθελα να ρίξω τον εαυτό μου, να κατεβώ ανάμεσα στους καταπιεσμένους, να γίνω ένας από αυτούς και να ταχθώ με το μέρος τους ενάντια στους τυράννους. Και είναι βασικά επειδή αναγκάστηκα να τα σκεφτώ όλα αυτά μέσα στην απομόνωσή μου, που έδωσα τεράστιες διαστάσεις στο μίσος μου για την καταπίεση». Αυτό το αίσθημα ενοχής, που τον καταδιώκει, είναι τόσο μεγάλο, ώστε θα σημαδέψει όλο τον υπόλοιπο βίο του. Η επιλογή στρατοπέδου είχε γίνει. Ο Ερικ Άρθουρ Μπλερ (όπως ήταν το αληθινό του όνομα) μεταμορφώνεται σε Τζορτζ Όργουελ και από δω και μπρος η θέση του είναι με το μέρος των αδύναμων, των ηττημένων, των φτωχών και των απόκληρων. Για να ξεφύγει οριστικά από τον κόσμο στον οποίο αρχικά ανήκε, πηγαίνει στο Λονδίνο και στο Παρίσι, για να ζήσει μαζί με τους απόβλητους της κοινωνίας, τους ανέργους, τους ζητιάνους, τους αλήτες, τις πόρνες ή και τους εγκληματίες. Θέλει να περιγράψει τις συνθήκες ζωής των προλετάριων, των εξαθλιωμένων. Γεννιέται έτσι το βιβλίο του «Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου».

Ο Όργουελ συνδέει ακόμη περισσότερο την ίδια την ύπαρξή του και τα βιώματά του με το γράψιμο, μετά τη μεταγενέστερη και καθοριστική εμπειρία της συμμετοχής του στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Μάχεται στο μέτωπο της Αραγονίας από της γραμμές του POUM. Το Μάιο του 1937 ζει από κοντά τις σκληρές συγκρούσεις μεταξύ κομμουνιστών και αναρχικών. Το POUM τίθεται εκτός νόμου και αρχίζει μια ανελέητη δίωξη των αγωνιστών του, που χαρακτηρίζονται «φασίστες» από τους ανθρώπους της Μόσχας αλλά και από την «Daily Worker» του Λονδίνου. Ο Όργουελ ανακαλύπτει τότε εκείνη τη χειραγώγηση της αλήθειας που, ίσως περισσότερο και από τον τρόμο, χαρακτηρίζει τον ολοκληρωτισμό. Αργότερα θα γράψει: «Όταν ξεκινώ να γράψω ένα βιβλίο εγώ δεν λέω στον εαυτό μου: θέλω να δημιουργήσω ένα έργο τέχνης. Το γράφω γιατί υπάρχει κάποιο ψέμα που θέλω να αποκαλύψω».

Η κριτική έχει μιλήσει συχνά για τα παράδοξα που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του Όργουελ.

Ο Όργουελ υπήρξε ένας διανοούμενος «πλήρους απασχόλησης», αλλά κι ένας σκληρός πολέμιος της διανόησης, ιδιαίτερα της βρετανικής. Υπήρξε ένας σπουδαίος πολιτικός συγγραφέας, παρ' όλο που κατά καιρούς εκδήλωνε μιαν απέχθεια για την πολιτική. Υπήρξε ένας σοσιαλιστής που εξέφραζε χωρίς δισταγμούς μια δυσπιστία ή και μιαν ανοιχτή εχθρότητα προς τον ιστορικό ή τον «υπαρκτό» σοσιαλισμό. Υπήρξε ένας αντιιμπεριαλιστής από βαθιά πεποίθηση, παρ' όλο που για ένα διάστημα υπηρέτησε τη βρετανική αυτοκρατορία στη Βιρμανία. Στιγμάτιζε κάθε εθνικισμό, αλλά δεν δίστασε να υπερασπιστεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και τις αρετές του λεγόμενου «αγγλικού πνεύματος». Ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί. Πρέπει να πούμε όμως ότι η απαρίθμηση παρόμοιων αντιφάσεων πηγάζει συνήθως από μια παρανόηση και κυρίως από την παραγνώριση ενός βασικού δεδομένου: ο Όργουελ υπήρξε πάνω απ' όλα ένας ανεξάρτητος κι έντιμος άνθρωπος.

Η κατανόηση αυτών των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς του μας επιτρέπει να εξηγήσουμε τα παράδοξα που προαναφέρθηκαν, τα οποία και μπορούν να αναδιατυπωθούν με τον ακόλουθο τρόπο: Σίγουρα μεταξύ των διανοουμένων δεν λείπουν οι ακέραιοι άνθρωποι, αλλά είναι επίσης αληθινό ότι υπάρχουν και πολλοί που είναι πρόθυμοι να δικαιολογήσουν την ολοκληρωτική καταπίεση ή και τα εγκλήματα που γίνονται στο όνομά της «επανάστασης». Κανείς δεν πρέπει να αδιαφορεί για το χρέος και την ευθύνη που έχει ως πολίτης, αλλά δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οξύνοια και παρατηρητικότητα για να διαπιστώσουμε πόσο απωθητική είναι η εικόνα της επίσημης ή επαγγελματικής πολιτικής. Ο σοσιαλισμός είναι ένα ευγενικό πολιτικό ιδεώδες, προικισμένο με μια υψηλή ηθική αξία, ωστόσο η απόσταση ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, ανάμεσα στη σοσιαλιστική ουτοπία και στις απόπειρες ιστορικής εφαρμογής της είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα από τα μεγαλύτερα δεινά στην Ιστορία, αλλά πώς μπορούμε να τον αντιπαλέψουμε, όσο συνεχίζουμε να έχουμε μόνο μια θεωρητική γνώση για το φαινόμενο;

(«Για να μισήσεις τον ιμπεριαλισμό πρέπει να αποτελέσεις μέρος του», έγραψε ο Όργουελ στις «Φάμπρικες του Γουίγκαν Πάιαρ».) Η διαφορά ανάμεσα σε εθνικισμό και πατριωτισμό είναι πολύ μεγάλη και είναι λάθος να απαρνιέται κανείς τις ρίζες του ή ό,τι θετικό περιλαμβάνει η παράδοση της χώρας στην οποία γεννήθηκε.

Πρόκειται όπως βλέπουμε για αντιφάσεις τις οποίες πρέπει να βιώνει και να αντιμετωπίζει όποιος διεκδικεί το δικαίωμα σε μια αυτονομία κρίσης και σε μια ηθική ακεραιότητα, που θέλει να δεσμεύει τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους. Σε καιρούς τόσο τραγικούς και ταραγμένους όσο εκείνοι που έζησε ο Όργουελ, σε καιρούς παγκόσμιων και εμφύλιων πολέμων, σε καιρούς φοβερών ολοκληρωτισμών και συγκλονιστικών κοινωνικών ανατροπών, όλα αυτά ισοδυναμούσαν με τη φιλοδοξία να παραμείνει κανείς εγκρατής σε έναν κόσμο μεθυσμένων, να διατηρηθεί ψύχραιμος και νηφάλιος, ενώ γύρω του όλοι παραληρούσαν. Η μάχη του ενάντια σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού τον υποχρέωνε να ανοίγει συνεχώς νέα μέτωπα. Προκειμένου να παραμείνει πιστός σε αυτές που θεωρούσε τις ύψιστες και τις απολύτως αναγκαίες αξίες -την εντιμότητα και την ειλικρίνεια- ο Όργουελ επέμενε να μη θυσιάζει την αναζήτηση της αλήθειας στο βωμό καμίας ορθοδοξίας. Ήταν επομένως σχεδόν αναπόφευκτο να έρθει σε ρήξη με τους περισσότερους από τους διανοούμενους του καιρού του.

Ο Όργουελ πράγματι δεν εκτιμούσε πολλούς διανοούμενους και αποστρεφόταν ιδιαίτερα εκείνους που σύχναζαν στα φιλολογικά σαλόνια της εποχής του. Δεν αποστρεφόταν φυσικά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τον ανθρώπινο και ψυχολογικό τύπο που ενσάρκωναν και εκπροσωπούσαν. Απεχθανόταν το σνομπισμό και την ευτέλεια, τις ανειλικρινείς πόζες και την οίηση, τις κλίκες και τους φατριασμούς τους, τη συμβατικότητα και τον κομφορμισμό τους. Αλλά αυτό που ενοχλούσε πάνω απ' όλα ήταν η άβυσσος της ανοησίας στην οποία έπεφταν συνήθως οι λογοτεχνικής διαμόρφωσης -και όχι μόνον- διανοούμενοι, κάθε φορά που αισθάνονταν την ανάγκη να καταθέσουν δημόσια τις πολιτικές απόψεις τους ή να «παρέμβουν» στο πεδίο της πολιτικής. Σαν να πάθαιναν ένα είδος διανοητικού και ηθικού βραχυκυκλώματος, αμέσως μόλις διέσχιζαν αυτό το σύνορο, άνθρωποι με σπάνια γνώση και ευαισθησία γίνονταν ξαφνικά απλοϊκοί, αμβλύνοες, φανατικοί, δογματικοί και δουλικοί, χωρίς ανεξαρτησία κρίσης. Αρχιζαν να διατυπώνουν με εκνευριστική αλαζονεία κοινοτοπίες και μωρολογίες, που οι ίδιοι ποτέ δεν θα τις ανέχονταν στην αισθητική και λογοτεχνική σφαίρα. Ο οξυδερκής και ταλαντούχος λογοτέχνης δόκτωρ Τζέκιλ μεταμορφωνόταν σε μίστερ Χάιντ, σε αφελή προπαγανδιστή απλοϊκών ιδεών, τις οποίες καλά καλά δεν γνώριζε.

Αρκεί να διατρέξουμε το μακρύ κατάλογο των διανοούμενων του εικοστού αιώνα που σαγηνεύτηκαν από τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες και εξουσίες, για να κατανοήσουμε πόσο μοναχικός αισθανόταν ο Όργουελ και πόσο απομονωμένη και παράταιρη παρέμεινε φωνή του όσο ζούσε. Ο ίδιος ο Όργουελ, περιγράφοντας τη βρετανική διανοητική σκηνή της εποχής του, έγραψε: «Δεν νομίζω πως χρειάζεται να ψάξουμε μακρύτερα για να βρούμε το λόγο που οι νέοι συγγραφείς της δεκαετίας του '30 μαντρώθηκαν μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα ή βάδιζαν προς αυτό. Απλούστατα υπήρχε κάτι να πιστέψεις. Υπήρχε εκκλησία, στρατός, ορθοδοξία, πειθαρχία. Υπήρχε πατρίδα και -τουλάχιστον από το 1935 ή εκεί γύρω- Αρχηγός. Πίστεις και προλήψεις που φαινόταν ότι ο διανοούμενος τις είχε εκτοπίσει ξαναγύριζαν ορμητικά και ελάχιστα μεταμφιεσμένες. Ο πατριωτισμός, η θρησκεία, η αυτοκρατορία, η στρατιωτική δόξα -μ' έναν λόγο η Ρωσία. Ο πατέρας, ο βασιλιάς, ο αρχηγός, ο ήρωας, ο σωτήρας -μ' έναν λόγο ο Στάλιν» («Τέσσερα δοκίμια», «Υψιλον», 1981). Οι αμέτρητοι Αγγλοι διανοούμενοι που θαύμαζαν τον Στάλιν προσκυνούσαν «τη δύναμη και την επιτυχημένη σκληρότητα».

Ο Όργουελ ένιωθε πολιορκημένος από ανθρώπους της κουλτούρας οι οποίοι βίωναν την πολιτική σαν ένα μαγικό σύμπαν, σαν μια μυθική Εδέμ, όπου επιτέλους ήταν δυνατό να βυθιστούν στο λήθαργο του δόγματος και να θεραπευτούν από τα βάσανα της κριτικής σκέψης. Ο ίδιος πίστευε ότι τίποτα δεν είχε βλάψει τόσο πολύ την υπόθεση του σοσιαλισμού -που ήταν πάντα και δική του υπόθεση- όσο η πίστη ότι η σταλινική ΕΣΣΔ είναι μια σοσιαλιστική χώρα. Και θεωρούσε την κριτική του «ρωσικού μύθου» θεμελιώδη προϋπόθεση για την αναγέννηση του σοσιαλιστικού κινήματος.

Εγραφε χαρακτηριστικά: «Ο ρωσικός μύθος υπάρχει και η διαφθορά που προξενεί, βρωμάει. Όταν βλέπει κανείς τόσο σπουδασμένους ανθρώπους να αντικρίζουν με απάθεια την καταπίεση και την καταδίωξη δεν ξέρει τι να πρωτοπεριφρονήσει, τον κυνισμό τους ή την πνευματική τους μυωπία».
Ο Όργουελ ένιωθε σαν ένα οδυνηρό τραύμα αυτήν την ανεύθυνη συνθηκολόγηση των διανοουμένων με τον ολοκληρωτισμό. Για τον Όργουελ μια σφαγή αθώων είναι μια σφαγή αθώων και δεν πρέπει να δικαιολογείται ή να εξωραΐζεται, επειδή διαπράχθηκε κυνικά στο όνομα ενός ευγενικού ιδεώδους. Για τον Όργουελ ένας νεκρός δολοφονημένος από τους βασανιστές της σταλινικής Γκεπεού δεν διαφέρει και πολύ από ένα θύμα των δημίων της Γκεστάπο. Ιδιο είναι και το τίμημα που πληρώνεται για μια ποδοπατημένη ελευθερία ή για μιαν ανθρώπινη ζωή που χάνεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ανεξάρτητα από το αν οι διάφορες ολοκληρωτικές εξουσίες επικαλούνται τη φυλή ή την τάξη, το έθνος ή το λαό, τη νέα τάξη ή την επανάσταση.

Το όνομα του Όργουελ έγινε διεθνώς γνωστό χάρη στα δύο μυθιστορήματά του, που υπήρξαν από τα περισσότερο διαβασμένα βιβλία όλου του εικοστού αιώνα: «Η φάρμα των ζώων» (1945) και «1984» (1949). Από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκαν -με καθυστέρηση, εξαιτίας της άρνησης πολλών εκδοτών- αυτά τα βιβλία, γνώρισαν μία σχεδόν παγκόσμια επιτυχία, τροφοδοτώντας παράλληλα έναν ερμηνευτικό σχολιασμό, που συνδέθηκε περισσότερο με τα πεδία της πολιτικής και της ιδεολογίας παρά με εκείνο της λογοτεχνίας. Αποτελεί μάλιστα μια ειρωνεία της τύχης η χρήση που έγινε και η καταχρηστική ερμηνεία που δόθηκε στα δύο αυτά βιβλία, λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατο του Όργουελ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Όργουελ ήταν και παρέμεινε ένας άνθρωπος της Αριστεράς και επαγρυπνούσε πάντοτε αρνούμενος να παράσχει οποιαδήποτε στήριξη στις ομάδες εκείνες της Δεξιάς που προσπαθούσαν να τον επιστρατεύσουν στη δική τους μάχη για την υπόθεση της «ελευθερίας». Ωστόσο, ήδη στη δεκαετία του '50 και υπό την υψηλή εποπτεία και καθοδήγηση της αμερικανικής Δεξιάς, τα έργα του υιοθετήθηκαν και διαδόθηκαν για να μετατραπούν σε όπλα του ψυχρού πολέμου. «Η φάρμα των ζώων» και το «1984» ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα και καταχρηστικά σαν το νέο αντικομμουνιστικό ευαγγέλιο του «ελεύθερου κόσμου», σαν το μήνυμα ενός ανθρώπου που προερχόταν μεν από την Αριστερά, αλλά είχε απαρνηθεί την πίστη του. Σε μια παρόμοια καταχρηστική ερμηνεία συνέκλινε και η καταδίκη του «αποστάτη» Όργουελ από την επίσημη φιλοσοβιετική Αριστερά.

Τι ήθελε αληθινά να μας πει ο Όργουελ με τη «Φάρμα των ζώων» και με το «1984»;

Αν εξαιρέσουμε τον κοινό αλληγορικό χαρακτήρα αυτών των έργων και την πρόδηλη πολεμική τους πρόθεση ενάντια στον ολοκληρωτισμό, ποιος είναι ο αληθινός εχθρός εναντίον του οποίου στρέφει τα πυρά του ο Οργουέλ; Και αν για τη «Φάρμα των ζώων» το πράγμα φαίνεται πιο απλό, καθώς γίνεται γρήγορα φανερό ότι αναφέρεται στην τραγική έκβαση της Οχτωβριανής Επανάστασης, η κατάσταση περιπλέκεται με το «1984». Ο Όργουελ -αναρωτιούνται πολλοί- μιλάει εδώ και πάλι για τη σταλινική ΕΣΣΔ; Αυτό είναι το ιδεώδες εργαστήρι του «Μεγάλου αδελφού»;

Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν ωστόσο απλουστευτική και περιοριστική. Η «Φάρμα των ζώων» αμφισβητεί την ολοκληρωτική ουτοπία που ενέπνευσε τη γενιά του και ο Όργουελ το επιδιώκει συνειδητά. Από την άλλη μεριά, το βιβλίο δείχνει με ποιον τρόπο η εξουσία διαφθείρει και το πώς η επανάσταση εκφυλίζεται την ίδια τη στιγμή που γίνεται καθεστώς. Το «1984» είναι ένα έργο πιο περίπλοκο και αμφίσημο. Ο Όργουελ προβάλλει το μύθο του στο μέλλον. «Αν θέλεις μια εικόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να πατάει το πρόσωπο ενός ανθρώπου -για πάντα», λέει ο Ο' Μπράιεν στον Γουίνστον. Το βιβλίο του Όργουελ δεν πρέπει ωστόσο να ερμηνευτεί σαν μια προφητεία, σαν μια πρόβλεψη που θέλει να είναι εύστοχη και ακριβής, αλλά μάλλον σαν μια προειδοποίηση, σαν ένα σήμα κινδύνου.

Ο σημερινός κόσμος, στον οποίο συναντάμε ήδη μια ολόκληρη σειρά «μεγάλων αδελφών», λιγότερο ή περισσότερο συγκεκαλυμμένων αστυνομιών της σκέψης, επικοινωνιακών δικτατοριών, δικτύων κρυφής προπαγάνδας και έμμεσης πειθούς, μας βοηθάει ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα την αληθινή σημασία και την ανεξάντλητη ζωτικότητα του «1984». Στο φανταστικό κόσμο της Ωκεανίας «έπρεπε να ζεις -πραγματικά ζούσες, από συνήθεια που είχε καταλήξει να γίνει ένστικτο- με την προϋπόθεση ότι κάθε ήχος που έβγαζε ακουγόταν και ότι κάθε σου κίνηση παρακολουθούνταν, εκτός αν ήταν σκοτάδι». Στην εποχή του Εσελον, αυτή η φράση αποκτάει μιαν ανησυχητική επικαιρότητα. Ο πρόοδοι της τεχνολογίας κάνουν τα διαβολικά εργαλεία που είχε φανταστεί ο Όργουελ στο «1984» -τις τηλεοθόνες, τα κρυμμένα μικρόφωνα κ.λπ.- να μοιάζουν σαν απαρχαιωμένα σαράβαλα, σαν αναποτελεσματικά και άχρηστα μαραφέτια. Αλλά αυτή τη διαρκή επιτήρηση εμείς την υπομένουμε χωρίς την αγωνία και το άγχος που περιέγραψε ο Όργουελ στη δυστοπία του. Οι δορυφόροι βρίσκονται μακριά, οι τηλεκάμερες είναι αθέατες και δεν μας τρομάζουν. Η διαρκής επιτήρηση έχει γίνει για μας μια φυσιολογική συνθήκη, που δεν παρενοχλεί τις κινήσεις μας.

Ένα από τα τρία συνθήματα του κόμματος στο «1984» ήταν: «Ο πόλεμος είναι ειρήνη». Μια παραλλαγή αυτού του συνθήματος δεν ακούμε μήπως να επαναλαμβάνουν καθημερινά οι σημερινοί επικεφαλής της μόνης αυτοκρατορικής υπερδύναμης; Δεν μας θυμίζει τίποτε το ότι ο ενδεχόμενος εχθρός «ενσαρκώνει πάντοτε το απόλυτο κακό»; Και δεν μας προξενεί ανατριχίλα η συγκλονιστική επικαιρότητα της φράσης: 
«Και μέσα από τη γενική σκλήρυνση των απόψεων που επικράτησε γύρω στα 1930, μέθοδοι εγκαταλελειμμένες από καιρό, πολλές μάλιστα από εκατοντάδες χρόνια (φυλακίσεις χωρίς δίκη, μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου σαν να είναι σκλάβοι, δημόσιες εκτελέσεις, βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογιών, όμηροι, εκτοπίσεις ολόκληρων πληθυσμών) όχι μόνον έγιναν πάλι κάτι συνηθισμένο, αλλά τις ανέχονταν και, ακόμα περισσότερο, τις υποστήριζαν άνθρωποι που θεωρούσαν τον εαυτό τους φωτισμένο και προοδευτικό»;

Αντί για την έκφραση «μοναδική σκέψη» -που χρησιμοποιείται σήμερα συχνά για να χαρακτηρίσει την ορθοδοξία του καιρού μας- μήπως θα ήταν καταλληλότερη η έννοια της «διπλής σκέψης»; Να πώς την ορίζει ο Όργουελ: «Να λες ηθελημένα ψέματα ενώ πιστεύεις ειλικρινά ότι είναι αλήθεια, να ξεχνάς όλα τα γεγονότα που έχουν γίνει ενοχλητικά και, όταν χρειάζεται να τα ανασύρεις από τη λήθη, μόνο για το χρονικό διάστημα που πρέπει».

Στο «1984» τη μια μέρα ο εχθρός της Ωκεανίας είναι η Ανατολασία και ο σύμμαχος είναι η Ευρασία. Την επόμενη μέρα, οι συμμαχίες και οι αντιπαλότητες αλλάζουν. Στους καιρούς μας, τη μια μέρα ο μεγάλος εχθρός είναι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν και η μικρή οθόνη δεν μιλάει παρά μόνο γι αυτόν. Και την επόμενη μέρα, ο Μπιν Λάντεν έχει ξεχαστεί και μιλούν μόνο για τον Σαντάμ Χουσεΐν. Αλλά έπειτα και ο Σαντάμ θα πέσει στη λήθη, αφού θα έχει εντοπιστεί ο επόμενος εχθρός κ.ο.κ.

Ωστόσο, παρά τα τόσα οργουελιανά στοιχεία που συναντάμε στο σύγχρονο κόσμο, εμείς οι άνθρωποι που ζούμε στην αναπτυγμένη ευρωπαϊκή Δύση δεν ζούμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς σαν αυτό που φοβόταν τόσο πολύ ο Όργουελ. Υπάρχουν βέβαια ορισμένες ανησυχητικές αναλογίες, αλλά υπάρχουν επίσης πολλές και ουσιώδεις διαφορές. Στις σύγχρονες κοινωνίες της αναπτυγμένης Δύσης δεν κυριαρχεί η εξουσία ενός ολοκληρωτικού κράτους ή ενός μοναδικού κόμματος που κατέχει το μονοπώλιο της τεχνολογίας και της πληροφόρησης. Υπάρχουν βέβαια ισχυρές αυταρχικές τάσεις, που εκπηγάζουν όχι μόνον από την κεντρική εξουσία αλλά και από τις «ιδιωτικές» δυνάμεις της αγοράς, αλλά είναι πάντα δυνατή η διάδοση κριτικών και εναλλακτικών ιδεών, η διατήρηση πεδίων ελευθερίας και η ανάπτυξη αντιστάσεων.

Το «1984» δεν τελειώνει με τα λόγια του αφηγητή, αλλά με ένα παράρτημα για τις «αρχές της Νέας Ομιλίας». Εδώ ο Όργουελ υπογραμμίζει ότι το πιο μεγάλο εμπόδιο που συναντάει στο δρόμο του ο «Μεγάλος αδελφός», στην προσπάθεια του να καταστήσει αδύνατη την αιρετική σκέψη και να επιβάλει τη Νέα Ομιλία», είναι η δυσκολία να «μεταφράσει» και να εκμηδενίσει έτσι οριστικά όλα τα μεγάλα έργα και τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας του παρελθόντος. Η μεγάλη λογοτεχνία, η γλώσσα της οποίας είναι διαποτισμένη από ελευθερία, αντιτάσσει μια κρυφή αντίσταση στη μετάφρασή της στη γλώσσα των σκλάβων. Ολόκληρο το έργο του Όργουελ είναι μια τέτοια έπαλξη πνευματικής αντίστασης ενάντια σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, ενάντια σε κάθε είδους τυραννία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...